Η ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας και οι διαδικασίες αποκατάστασης μιας περιοχής που έχει πληγεί από φυσικές καταστροφές βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης με θέμα “Από τη Διαχείριση Κρίσεων στην Κλιματική Ανθεκτικότητα: Χτίζοντας Ασφαλέστερες Περιφέρειες και Κοινότητες” στο πλαίσιο του Olympia Forum VII, στην Αρχαία Ολυμπία.
«Πρέπει να έχουμε έναν μηχανισμό αποτελεσματικό, ταχύ που να μπορεί να χορηγεί γρήγορα τις οικονομικές ενισχύσεις για την αποκατάσταση επιχειρήσεων και κτιρίων προκειμένου να μπορεί να επανέλθει μία περιοχή στην προηγούμενη ή και σε καλύτερη οικονομική και κοινωνική κατάσταση», επισήμανε ο Γενικός Γραμματέας Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής, Πέτρος Καμπούρης.
Ειδικότερα δίνοντας στοιχεία για το έργο της αποκατάστασης από την αρχή του 2026 έως και σήμερα, 30 Σεπτεμβρίου, ανέφερε ότι έχουν αποκριθεί σε 37 διαφορετικά καταστροφικά συμβάντα, τα περισσότερα εκ των οποίων αφορούν πλημμύρες, ενώ έπονται οι δασικές πυρκαγιές και οι σεισμοί.
«Πρόκειται για καταστροφές που σχετίζονται με την αποκατάσταση σε κτίρια, κατοικίες, επιχειρήσεις και υποδομές», σημείωσε. Σχετικά με τις αυτοψίες, όπως είπε, αυτές φέτος ανέρχονται μέχρι στιγμής σε 4000 και αναμένονται μέχρι το τέλος του έτους να αυξηθούν ενώ προσέθεσε ότι οι 2000 απ’ αυτές αφορούσαν τον σεισμό της 8ης Μαρτίου 2026 στα Ιωάννινα. «Ήταν καταστροφικός σεισμός κυρίως γιατί έπληξε σπίτια που ήταν αρκετά παλιά και υπέστησαν αρκετές ζημιές», τόνισε ενώ έδωσε έμφαση στις δασικές πυρκαγιές υπογραμμίζοντας ότι «οι πιο βαριές βλάβες εμφανίζονται όταν έχουμε τέτοια φαινόμενα».
«Τα περισσότερα δηλαδή κτίρια σε σχέση με το σύνολο των αυτοψιών, τα οποία έχουν χαρακτηρισμό κίτρινου και κόκκινου, δηλαδή είναι είτε προσωρινά ακατάλληλα είτε είναι παντελώς ακατάλληλα για κατοικία για χρήση εμφανίζονται στις πυρκαγιές», επισήμανε και μίλησε για την πυρκαγιά στο Πόρτο Γερμενό, η οποία όπως είπε, «εξαιτίας της φύσης της περιοχής και του δομικού και κοινωνικού ιστού είχε πάρα πολλές κατοικίες κόκκινες» και συγκεκριμένα όπως ανέφερε, «παραπάνω από 115 κατοικίες κόκκινες».
«Το 2025 η κατάσταση ήταν παρεμφερής. Δηλαδή έχουμε 47 καταστροφές σημαντικές με επίδραση σε κτίρια και επιχειρήσεις, από τις οποίες οι περισσότερες ήταν πλημμύρες και μετά πυρκαγιές. Η αναλογία σε κίτρινα και κόκκινα κτίρια από τις πυρκαγιές ήταν το 70% από τα σπίτια που επλήγησαν», σημείωσε .
Όσον αφορά τις αυτοψίες του 2025, όπως είπε, το 1/3 των ιδιοκτητών που τα κτίριά τους χαρακτηρίστηκαν ως κίτρινα, έκαναν αίτηση στη Γραμματεία για να λάβουν άδεια επισκευής. «Επίσης το 1/3 για να πάρουν άδεια ανακατασκευής. Μέχρι τώρα μόνο το 6% των κόκκινων κτιρίων έχουν λάβει άδεια για να επανακατασκευαστούν. Και μόνο το 10% των κτιρίων έχουν λάβει άδεια για να επισκευαστούν. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, δεν έχουμε ξεκαθαρισμένα ιδιοκτησιακά κι αυτό είναι από τα προβλήματα της αποκατάστασης. Ειδικά στην Περιφέρεια. Υπάρχουν πολύ συγκύριοι. Πολλά από τα σπίτια και τις κατοικίες που πλήττονται είναι δευτερεύουσες κατοικίες άρα δεν είναι πρώτη προτεραιότητα για τους ιδιοκτήτες τους. Ταυτόχρονα όμως και ο μηχανισμός έχει τρωτά σημεία μακρές περίοδοι για να καταθέσει κάποιος αίτημα για άδεια επισκευής, ανακατασκευής. Δίναμε μέχρι πριν από ένα χρόνο 18 μήνες σε έναν ιδιοκτήτη σπιτιού να έρθει να κάνει αίτηση για επισκευή, ανακατασκευή. Τώρα το μειώσαμε στους 6 μήνες. Τέλος εξακολουθούμε παρά το γεγονός ότι έχουμε καταβάλλει τεράστια προσπάθεια να έχουμε μακρόσυρτες διαδικασίες έκδοσης κανονιστικών πράξεων, οριοθέτησης μίας περιοχής αλλά και έκδοσης πράξεων επισκευής ή ανακατασκευής», σημείωσε ο κ. Καμπούρης.
Αναφερόμενος στα πλημμυρικά φαινόμενα της κακοκαιρίας “Daniel” ο κ. Καμπούρης επισήμανε ότι το κράτος έδωσε οικονομικές ενισχύσεις σε ιδιοκτήτες κτιρίων και επιχειρήσεις, μέχρι τώρα 460 εκατομμύρια ευρώ. «Αυτά που πέρασαν από τη δική μας υπηρεσία. Και σε δήμους και Περιφέρειες ενίσχυσε με ποσά 360 εκατ. ευρώ μόνο στη Θεσσαλία για την αποκατάσταση υποδομών. Ο μηχανισμός υπάρχει από εδώ και πέρα πρέπει να τον επιταχύνουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος μίλησε για το νέο νομοσχέδιο που ψηφίστηκε γύρω από τη στεγαστική αρωγή τονίζοντας ότι στοχεύει σε ένα πιο αποδοτικό και δίκαιο πλαίσιο.
Από την πλευρά του ο δήμαρχος Μάνδρας – Ειδυλλίας, Αρμόδιος Δρίκος, αναφέρθηκε στα ακραία φαινόμενα που έχουν πλήξει την περιοχή τα τελευταία χρόνια δίνοντας έμφαση στη δασική πυρκαγιά του φετινού καλοκαιριού..
«Ο Δήμος Μάνδρας – Ειδυλλίας είναι ο μεγαλύτερος δήμος σε έκταση της Αττικής. Είναι πολύπαθος δήμος ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Σε μία κατάσταση πολέμου όπως είναι αυτά τα ακραία φυσικά φαινόμενα πρέπει να αξιολογήσεις ποιες μάχες θα δώσεις πρώτες, με ποια ιεραρχία και ποια κατεύθυνση. Σε αυτή την πολύ δύσκολη συνθήκη επιλέξαμε να δώσουμε πρώτα απ’ όλα τη μάχη για την προστασία της ανθρώπινης ζωής . Μέσα σε αυτές τις πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες καταφέραμε να μην κινδυνεύσει καμία ανθρώπινη ζωή, να μην έχουμε κανένα τραυματισμό. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να σώσουμε μια σειρά κατοικιών που θα θέλαμε να μην είχε καεί κανένα σπίτι συμπολιτών μας, ούτε ένα δέντρο από τα δάση της περιοχής. Δεν κατέστη εφικτό αυτό λόγω των πολύ δύσκολων συνθηκών», υπογράμμισε ο κ. Δρίκος.
Σχετικά με την αποκατάσταση μετά από τη μεγάλη δασική πυρκαγιά τόνισε:
«Στο πρώτο 24ωρο επαναφέραμε το σύνολο της ύδρευσης σε όλο τον οικισμό. Σε ένα 24ωρο επιδιορθώσαμε 324 βλάβες νερού. Στο πρώτο 24ωρο επαναφέραμε την ηλεκτρική ενέργεια στο σύνολο του οικισμού. Σε τρεις μόλις μέρες τελειώσαμε το 95% των αυτοψιών για όλες τις οικίες. Εκεί που σε άλλες περιοχές κράτησε μήνες έως και χρόνια η διαδικασία των αυτοψιών. Και σήμερα 200 περίπου συμπολίτες μας έχουν λάβει τις αποζημιώσεις που έχουν κριθεί απ’ αυτές τις αυτοψίες, έχουν λάβει το πρώτο επίδομα βιοτικών αναγκών και το επίδομα οικοσκευής. Και έχουν στεγαστεί όσοι το δήλωσαν και το θέλησαν σε σπίτια επιλογής τους καλύπτοντας και το ενοίκιο από την πλευρά του δήμου σε συνεργασία με το υπουργείο μέχρι να ανακατασκευαστεί πλήρως το σπίτι. Το στοίχημα μας είναι άμεσα τους επόμενους μήνες να προχωρήσουμε και στις άμεσες καταβολές για την ανακαίνιση και ανακατασκευή των σπιτιών για να δείξουμε την εγκυρότητά μας και τη σαφήνεια και την ακρίβεια σε αυτά που έχουμε προϋπολογίσει και σχεδιάσει».
Ακόμη αναφέρθηκε στα αντιπλημμυρικά έργα τα οποία όπως είπε ξεκίνησαν στις 13 Σεπτεμβρίου και μέχρι τέλος Δεκεμβρίου θα έχει τελειώσει το σύνολό τους ώστε η περιοχή «να είναι ασφαλής τους επόμενους μήνες».
«Να είμαστε στην αποκατάσταση όσο πιο γρήγοροι όσο πιο άμεσοι, δίπλα στους συμπολίτες μας, χωρίς γραφειοκρατία και να επαναφέρουμε τις περιοχές με καλύτερες υποδομές απ’ ότι είχαμε πριν», υπογράμμισε ο κ. Δρίκος.
Στα φαινόμενα “Ιανός” και “Ντάνιελ” αναφέρθηκε με τη σειρά του ο δήμαρχος Αργιθέας, Ανδρέας Στεργίου. «Με τον Ιανό έγινε μία εντυπωσιακή αποκατάσταση από άποψη ανθεκτικότητας και χρόνου των καταστροφών των υποδομών. Με τον Ντάνιελ στη δική μας περιοχή πριν από λίγες μέρες ξεκινήσαμε τις αποκαταστάσεις. Ήταν πιο σύνθετο το θέμα, πολύ περισσότερες οι πληγείσες περιφερειακές ενότητες και ήταν και πολυεπίπεδο», σημείωσε. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να βρίσκουμε ευήκοα ώτα στην πολιτεία και να δρομολογούμε λύσεις για τους σύγχρονους ήρωες τους μόνιμους κάτοικους αυτών των απομακρυσμένων και δυσπρόσιτων περιοχών. Χαιρόμαστε πάρα πολύ που έχει αναβαθμιστεί και έχει προτεραιοποιηθεί στον ύψιστο βαθμό η Πολιτική Προστασία και σε εμάς τους δήμους, και πραγματικά η πρόληψη και η διαχείριση των επιπτώσεων μετά από ένα φαινόμενο είναι εξίσου σημαντικές», τόνισε ο κ. Στεργίου ενώ στάθηκε στις ιδιαιτερότητες της χώρας καθώς όπως είπε, σύμφωνα με το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, η Ελλάδα είναι «η πιο ορεινή χώρα της ΕΕ με πάνω από 72% της επικράτειάς της να προσδιορίζεται ως ορεινό». «Ταυτόχρονα είναι μία αμιγώς νησιωτική χώρα και αυτό δίνει αντίστοιχες διαστάσεις στη διαχείριση των φυσικών καταστροφών σε όλη την επικράτεια», τόνισε. Όπως είπε, κλήθηκαν να δημιουργήσουν το πρώτο πιλοτικό δορυφορικό σύστημα Πολιτικής Προστασίας ενώ δίνοντας ως παράδειγμα την έκταση και τον πληθυσμό του δήμου Αργιθέας ( έκταση 372 τετραγωνικά χιλιόμετρα με 3500 κατοίκους) επισήμανε ότι «το στοιχείο της έκτασης και της προσβασιμότητας στη διαχείριση ενός φαινομένου είναι μείζονος σημασίας».
«Έχουν γίνει πάρα πολύ σημαντικά βήματα, μπορούμε να κάνουμε από κοινού πολλά περισσότερα», κατέληξε.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

