«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απειλή, αλλά ως ένα ισχυρό εργαλείο που μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος των εργαζομένων, της οικονομίας και της κοινωνίας, με παράλληλη αντιμετώπιση των κινδύνων που δημιουργεί».
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννας Ευθυμίου, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με τον δημοσιογράφο Παναγιώτη Φωτεινόπουλο, στην ενότητα με θέμα «Εργασία 2030: Δεξιότητες, Παραγωγικότητα και Κοινωνική Συνοχή» του «OLYMPIA FORUM VIΙ».
Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής της, η κ. Ευθυμίου αναφέρθηκε στον μετασχηματισμό που συντελείται στην αγορά εργασίας και στις πολιτικές που απαιτούνται, ώστε «να μην μείνει κανένας πίσω».
Η υφυπουργός Εργασίας υπογράμμισε ότι η προσέγγιση του υπουργείου απέναντι στις αλλαγές που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ανθρωποκεντρική. Στόχος, όπως τόνισε, είναι η τεχνολογία να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ποιοτικότερων θέσεων εργασίας.
Επικαλούμενη παγκόσμια έρευνα του World Economic Forum, η κ. Ευθυμίου δήλωσε ότι περίπου τα δύο τρίτα των εργαζομένων θα χρειαστούν επανακατάρτιση ή αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους.
Όπως είπε, στο νέο περιβάλλον, μεταξύ των δεξιοτήτων που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία βρίσκονται ο ψηφιακός και τεχνολογικός γραμματισμός, η κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των δεδομένων, η κυβερνοασφάλεια, αλλά και οι τεχνικές και πράσινες δεξιότητες.
Ταυτόχρονα, όμως, ενισχύεται η σημασία των λεγόμενων soft skills: δημιουργική και ευέλικτη σκέψη, προσαρμοστικότητα, ανθεκτικότητα, συνεργασία, επικοινωνία και ηγεσία.
«Πρέπει να είμαστε προσαρμοστικοί, γιατί αλλάζουν τα επαγγέλματα», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Ευθυμίου, συνδέοντας την ανάγκη αυτή με τα προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης που υλοποιεί η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ).
Σύμφωνα με την υφυπουργό, πρόκειται για μια μεγάλη επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς τα προγράμματα έχουν ήδη περισσότερους από 500.000 ωφελούμενους.
Η αξιοποίηση της τεχνολογίας, σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου, δεν αφορά μόνο την αγορά εργασίας, αλλά και την κοινωνική ασφάλιση.
Όπως σημείωσε, έχουν ήδη ψηφιοποιηθεί 53 εκατομμύρια σελίδες ασφαλιστικού βίου, γεγονός που, όπως υποστήριξε, ενισχύει τη διαφάνεια και μπορεί να συμβάλει σε ταχύτερη απονομή των συντάξεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ II» και η διασύνδεσή του με την ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού ιστορικού. Όλες οι μεταβολές της εργασιακής σχέσης καταγράφονται πλέον ψηφιακά, ενώ στόχος είναι τα στοιχεία της εργασίας να αποτυπώνονται με αντίστοιχο τρόπο και στην ασφάλιση.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την υφυπουργό Εργασίας, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά και στην καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Σχετικά με το θέμα της παραγωγικότητας, η κ. Ευθυμίου υπογράμμισε ότι παραγωγικότητα δεν σημαίνει να δουλεύουμε περισσότερο. «Σημαίνει να δουλεύουμε καλύτερα, με περισσότερες δεξιότητες, καλύτερη τεχνολογία, αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας, ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε η υφυπουργός Εργασίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας.
Όπως ανέφερε, απαιτείται να τους δοθούν τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να προχωρήσουν στον τεχνολογικό τους μετασχηματισμό και να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις της αγοράς.
Όσον αφορά το ασφαλιστικό σύστημα, η κ. Ευθυμίου στάθηκε ιδιαίτερα στη λειτουργία του ΤΕΚΑ, το οποίο λειτουργεί με κεφαλαιοποιητικό σύστημα συμπληρωματικά προς το διανεμητικό σύστημα του e-ΕΦΚΑ.
Για τους νέους ασφαλισμένους δημιουργείται ένας ατομικός «κουμπαράς» για την επικουρική ασφάλιση.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης και στη δυνατότητα εργαζομένων και μη μισθωτών να δημιουργούν συμπληρωματική συνταξιοδοτική παροχή μέσω των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης.
Η νέα θεσμική προσέγγιση, όπως ανέφερε, περιλαμβάνει υψηλές προδιαγραφές εποπτείας και φορητότητα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ώστε μια πιθανή αλλαγή εργοδότη να μην συνεπάγεται απώλεια των ασφαλιστικών δικαιωμάτων.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της πολιτικής απασχόλησης είναι, σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου, η σύνδεση των προγραμμάτων κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες κάθε τοπικής αγοράς εργασίας.
Ο Μηχανισμός Διάγνωσης των Αναγκών της Αγοράς Εργασίας αξιοποιεί δεδομένα, για να εντοπίζει ποια επαγγέλματα και ποιες δεξιότητες παρουσιάζουν ζήτηση σε κάθε περιοχή και κλάδο.
Στόχος, όπως σημείωσε, είναι η κατάρτιση να μην αποτελεί μια αποκομμένη διαδικασία, αλλά να συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και τις δυνατότητες απορρόφησης των εργαζομένων.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και οι «Ημέρες Καριέρας» της ΔΥΠΑ, μέσω των οποίων επιχειρήσεις και υποψήφιοι εργαζόμενοι μπορούν να έρθουν σε άμεση επαφή.
Σύμφωνα με την κ. Ευθυμίου, με την ανεργία να βρίσκεται πλέον κάτω από το 8%, η επόμενη πρόκληση είναι η περαιτέρω ένταξη στην αγορά εργασίας ομάδων που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι νέοι, οι γυναίκες, τα άτομα με αναπηρία και οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας.
Για τις γυναίκες, η υφυπουργός Εργασίας αναφέρθηκε στα προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, στα προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης, αλλά και στη στήριξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας.
Μάλιστα, έδωσε έμφαση στο πρόγραμμα για 10.000 θέσεις εργασίας που απευθύνεται σε άνεργες γυναίκες με παιδιά έως 15 ετών.
Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους αναφέρθηκε στο πρόγραμμα που αφορά άτομα 55 ετών και άνω.
Μεταξύ άλλων, η κ. Ευθυμίου μίλησε για τη μεταρρύθμιση για τους εργαζόμενους συνταξιούχους.
Όπως είπε, η περικοπή του 30% στη σύνταξη αντικαταστάθηκε από πόρο υπέρ του e-ΕΦΚΑ, με αποτέλεσμα περισσότεροι από 300.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι να εμφανίζονται πλέον στην πλατφόρμα των απασχολούμενων συνταξιούχων.
Επιπλέον, η υφυπουργός Εργασίας σημείωσε ότι η δυνατότητα συνέχισης της εργασίας δίνεται και στους συνταξιούχους, λόγω αναπηρίας.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

