«Για την Αθήνα, το παρελθόν κατέχει μία εξέχουσα όσο και ιδιάζουσα θέση. Δεν αποτελεί κάτι παρωχημένο και νεκρό. Αντίθετα, η παρουσία του είναι διαρκής και διάχυτη. Στα μνημεία και στους δρόμους, στο τοπίο και στον αστικό ιστό, στις διαδρομές και στις γειτονιές της. Γι’ αυτό ακριβώς, η ουσιαστική γνώση και η κατανόηση του παρελθόντος δεν αποτελεί στείρα αναδρομή. Αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή κατανόηση του παρόντος και τον νηφάλιο και αποτελεσματικό σχεδιασμό του μέλλοντος», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σήμερα στο συνέδριο «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», που διοργανώνει η εφημερίδα «Το Βήμα» στην Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Αυτή η θεμελιώδης αρχή βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής μας στο υπουργείο Πολιτισμού για την Αθήνα και την Αττική», πρόσθεσε η υπουργός, που μίλησε και για τους τρεις αλληλένδετους στόχους οι οποίοι επιδιώκονται, όπως η ολοκληρωμένη ανάδειξη και η εκ νέου παρουσίαση της μεγάλης ιστορικής διαχρονίας και φυσιογνωμίας της Αθήνας και της Αττικής, η δημιουργία μιας περισσότερο ισόρροπης και πολυκεντρικής πολιτιστικής γεωγραφίας στην Αττική με νέους πόλους ενδιαφέροντος και πολιτιστικής δραστηριότητας, πέρα από το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, αλλά και η ένταξη όλων αυτών των παρεμβάσεων στο ευρύτερο και συγκροτημένο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού και της συστηματικής υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής στον πολιτιστικό τομέα, «που διέπονται από την απόλυτη πεποίθηση ότι ο πολιτισμός αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό κεφάλαιο με τεράστια κοινωνική και οικονομική αναπτυξιακή δυναμική» .
Η Λίνα Μενδώνη αναφέρθηκε επίσης στην έντονη χωρική συγκέντρωση, κυρίως στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, που εξακολουθεί να παρουσιάζει η πολιτιστική δραστηριότητα, η οποία χαρακτηρίζεται σε σημαντικό βαθμό από αφηγηματική αποσπασματικότητα. «Για εμάς το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υλοποιήσουμε περισσότερα έργα. Είναι μέσα από τα έργα και τις ευρύτερες παρεμβάσεις μας να εμπεδώσουμε και να ενισχύσουμε ένα πλαίσιο συνολικής εννοιολογικής διασύνδεσης μεταξύ μνημείων, τόπων, πολιτιστικών υποδομών και δραστηριοτήτων. Να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις και τη συνάφειά τους μέσα από μια συνεκτική αφήγηση που καθιστά την ιστορία της Αθήνας και της Αττικής όχι μόνον ορατή, αλλά και αναγνώσιμη και κατανοητή ώστε να συστήνει εκ νέου τη διαχρονική τους ταυτότητα στο σύγχρονο κόσμο. Ακριβώς αυτή τη μεθοδολογία ακολουθούμε στο σύνολο των παρεμβάσεών μας», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού.
Και διευκρίνισε: «Η ολοκληρωμένη χωρική επένδυση του πολιτισμού που σχεδιάσαμε και υλοποιούμε από κοινού με την περιφέρεια Αττικής αναπτύσσεται με άξονα τη γεωγραφική, ιστορική αλλά και συμβολική τριλογία Αθήνα-Ελευσίνα-Λαύριο. Οι τρεις αυτές περιοχές δεν αντιμετωπίζονται ως αυτοτελείς πολιτιστικοί προορισμοί. Συγκροτούν τρεις διαφορετικούς αλλά άμεσα συνδεδεμένους πόλους της ιστορικής διαχρονίας της Αττικής. Το άστυ αποτελεί το σταθερό πολιτικό και κοινωνικό επίκεντρο», συμπλήρωσε η ίδια, αναφερόμενη εκτενώς στην ιστορική και πολιτική συνοχή πάνω στην οποία οικοδομείται η αναπτυξιακή διάσταση της στρατηγικής του ΥΠΠΟ.
«Επιδιώκουμε να συνδέσουμε το Μητροπολιτικό Κέντρο με τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιφέρειας. Να ενθαρρύνουμε τη χωρική διάχυση της τουριστικής κίνησης. Να εμπλουτίσουμε την εμπειρία των επισκεπτών και να επιμηκύνουμε τη διάρκεια παραμονής τους. Επιδιώκουμε η Αθήνα να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τον χαρακτήρα της ως αυτοτελούς πολιτιστικού προορισμού και όχι ως σημείο εισόδου προς άλλες περιοχές της χώρας», τόνισε η υπουργός Πολιτισμού, αναφερόμενη μεταξύ άλλων στα έργα που πρόσφατα εγκαινιάστηκαν, όπως στην Αρχαία Αγορά και στον Κεραμεικό, τα οποία, όπως είπε, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στα μεγάλα έργα προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης, με ιδιαίτερη έμφαση στην επέκταση της προσβασιμότητας, που συνεχίζονται στην Ακρόπολη, αλλά και στις παρεμβάσεις που ξεκινούν στα όμορα μνημεία, όπως το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού. «Στο ευρύτερο Μητροπολιτικό Κέντρο πραγματοποιούνται παρεμβάσεις σε πολλά σημαντικά μνημεία του ιστορικού ιστού, όπως το Ολυμπιείο, στη Βασιλίσσης Όλγας και στο Λύκειο του Αριστοτέλη, όπου η έμφαση δίνεται τόσο στη φυσική επίσκεψη του χώρου, όσο και στην προσέγγιση του φιλοσοφικού και συμβολικού του υποβάθρου», υπογράμμισε η Λ. Μενδώνη, κάνοντας επίσης λόγο για την αποκατάσταση, αναβίωση και επανάχρηση ιστορικών νεότερων και βιομηχανικών κτιρίων της Αθήνας, έργα τα οποία εντάσσονται στην ίδια στρατηγική.
«Από τη λεγόμενη οικία Κοκοβίκου, που μετατρέπεται σε χώρο προβολών ελληνικού κινηματογράφου, και στην οικία Αλεξάνδρου Σούτσου, επί της Σταδίου, όπου σύντομα θα στεγαστούν η βιβλιοθήκη και το αρχείο του Θεατρικού Μουσείου, έως το κτίριο της Οδού Διοσκούρων στην Πλάκα για τη φιλοξενία του Μουσείου Καρόλου Κουν, την πρώην Βιοτεχνία Ελληνικών Μαντηλιών (ΒΕΜ), που μετατρέπεται σε Μουσείο Τυποβαφικής Τέχνης και Κέντρο Χειροτεχνίας του Υφάσματος, και το πρώην εργοστάσιο Τσαούσογλου, επί της Οδού Πειραιώς 260, που αποκτά νέα ζωή με την αναβάθμιση των χώρων του Ελληνικού Φεστιβάλ, το Μουσείο Εκμαγείων του ελληνικού πολιτισμού, του Θεατρικού Μουσείου. Η επανάχρηση αυτή δεν αποτελεί απλώς αρχιτεκτονική αποκατάσταση. Σημαίνει ότι κτίρια που είχαν χάσει τη λειτουργία τους και παρέμεναν κενά κελύφη, επανέρχονται δυναμικά στη ζωή της πόλης», επισήμανε στην ομιλία της η Λ. Μενδώνη.
Επίσης, αναφέρθηκε και στη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση και παραγωγή, που, όπως εξήγησε, αποτελούν εξίσου αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας της πρωτεύουσας και της Αττικής, καθώς και στην ανάπτυξη συνεργειών ανάμεσα στον πολιτισμό, την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες, αλλά και στη σύνδεση του πολιτισμού με την υγεία, τη ψυχική ευεξία και την κοινωνική συνοχή «μέσω του καινοτόμου για τα ελληνικά δεδομένα προγράμματος της πολιτιστικής συνταγογράφησης».
«Η πολιτιστική εμπειρία που θέλουμε να προσφέρει η Αθήνα και η Αττική είναι πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη. Δεν αρκείται στην επιφανειακή γνωριμία του επισκέπτη με τα μνημεία του παρελθόντος, αλλά επιδιώκει την ουσιαστική γνωριμία με έναν τόπο στον οποίο η ιστορία, η αρχαιολογία, η αρχιτεκτονική, οι παραστατικές τέχνες, η σύγχρονη δημιουργία, η χειροτεχνία, η τεχνολογία και η καινοτομία συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται», πρόσθεσε η Λίνα Μενδώνη. Και κατέληξε ως προς το στοίχημα για την Αθήνα και την Αττική: «Να επανασυνδέσουμε τους τόπους με την ιστορία τους, τα μνημεία μεταξύ τους και τον πολιτισμό με τη ζωή της κοινωνίας. Να καταστήσουμε τη διαχρονική ιστορία της Αττικής περισσότερο ορατή, περισσότερο κατανοητή, περισσότερο προσιτή. Και πάνω απ’ όλα, σε αυτή τη βαθιά γνώση του τόπου, να οικοδομήσουμε μια Αττική περισσότερο βιώσιμη, περισσότερο εξωστρεφή, περισσότερο δημιουργική».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

