Γ. Λοβέρδος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Ο ελληνισμός υπάρχει όπου υπάρχουν Έλληνες»

Ειδήσεις

Την ανάγκη διατήρησης των δεσμών της Ελλάδας με τον απανταχού ελληνισμό, την ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής διπλωματίας, αλλά και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των αποδήμων στα ελληνικά πράγματα, αναδεικνύει ο υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Απόδημου Ελληνισμού, Γιάννης Λοβέρδος, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, με αφορμή πρόσφατη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη.

Όπως τονίζει, η ελληνική Πολιτεία οφείλει να βρίσκεται διαρκώς κοντά στους Έλληνες του εξωτερικού, καθώς «ο ελληνισμός δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Ο ελληνισμός είναι σε όλο τον κόσμο, όπου υπάρχουν Έλληνες. Και Έλληνες υπάρχουν ευτυχώς παντού στον κόσμο».

Ο κ. Λοβέρδος αναφέρει μάλιστα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της παγκόσμιας παρουσίας του ελληνισμού την περίπτωση ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού στην Παπούα Νέα Γουινέα, ελληνικής καταγωγής, ο οποίος ανέλαβε ένα από τα υψηλότερα δικαστικά αξιώματα της χώρας. Όπως σημειώνει, τέτοιες περιπτώσεις καταδεικνύουν ότι ο ελληνισμός διατηρεί ισχυρό αποτύπωμα ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα σημεία του πλανήτη.

Ο κ. Λοβέρδος υπογραμμίζει ότι πολλοί στην Ελλάδα δεν έχουν πλήρη εικόνα της δυναμικής της ομογένειας και των ισχυρών δεσμών που διατηρούν οι απόδημοι με την πατρίδα των προγόνων τους. «Ο Έλληνας του εξωτερικού, ιδίως αν είναι δεύτερης, τρίτης, τέταρτης γενιάς, μπορεί να μην μιλάει πια την ελληνική γλώσσα. Αλλά νιώθει μέσα του την παράδοση και τις ρίζες της οικογένειάς του που έρχονται από την Ελλάδα», σημειώνει.

Ο ίδιος αναφέρεται με θαυμασμό στις ιστορίες επιτυχίας Ελλήνων μεταναστών σε ολόκληρο τον κόσμο. Θυμάται χαρακτηριστικά την περίπτωση ενός Έλληνα από το Καστελλόριζο, ο οποίος έφτασε στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας το 1950 «με μια βαλίτσα στο χέρι, χωρίς να γνωρίζει λέξη αγγλικά» και χρειάστηκε εννέα μήνες για να ολοκληρώσει το ταξίδι του. «Για να δείτε αυτή τη δύναμη που είχαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή», λέει χαρακτηριστικά. Παρόμοια αναφορά κάνει και στην οικογένεια Μπούση στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ο πατέρας της οικογένειας ήταν ράφτης στην ορεινή Αρκαδία. Έφυγε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει και έφτασε μετά από πολλά χρόνια στο Σικάγο. Σήμερα όλη αυτή η οικογένεια έχει διακριθεί ιδιαίτερα».

Για τον υφυπουργό, οι ιστορίες αυτές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της δύναμης της ελληνικής διασποράς και της βαθιάς σύνδεσής της με τις αξίες του ελληνισμού. «Αυτά είναι δύο παραδείγματα για το πόσο σημαντική είναι η ελληνική ομογένεια στο εξωτερικό και πόσο πολύ αγαπούν την Ελλάδα, τις αξίες του ελληνισμού και την Ορθοδοξία», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Τα προγράμματα φιλοξενίας ομογενών, η ελληνική γλώσσα και η οικουμενικότητα των ελληνικών αξιών

Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι όσο περνούν οι γενιές, οι δεσμοί με την Ελλάδα γίνονται πιο αδύναμοι. «Κακά τα ψέματα, όσο μεγαλώνουν οι γενιές, χάνουν τις επαφές με τον ελληνισμό. Όπως συμβαίνει και με άλλες εθνικές κοινότητες, έτσι και οι Έλληνες της πέμπτης ή έκτης γενιάς δεν έχουν πάντα την ίδια σύνδεση με την πατρίδα των προγόνων τους».

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Λοβέρδος περιγράφει τις προσπάθειες της κυβέρνησης και του Υπουργείου Εξωτερικών για τη διατήρηση αυτών των δεσμών. «Η δική μου προσπάθεια, η προσπάθεια της κυβέρνησης και του Υπουργείου Εξωτερικών, είναι να κρατήσουμε επαφές όσο μπορούμε με τις κοινότητες αυτές. Σε κάποια σημεία το έχουμε καταφέρει, σε κάποια σημεία έχουμε πολλή δουλειά ακόμα».

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στα προγράμματα φιλοξενίας νέων ομογενών στην Ελλάδα. Όπως εξηγεί, στόχος είναι οι νέοι ελληνικής καταγωγής να γνωρίσουν από κοντά τη σύγχρονη πραγματικότητα της χώρας. «Όλοι έχουν στο μυαλό τους το χωριό τού παππού και της γιαγιάς ή την αρχαία Ελλάδα. Δεν ξέρουν όμως ότι υπάρχει και μια νέα, σύγχρονη, δυναμική Ελλάδα». Κάτι που, όπως λέει, ανακαλύπτουν, όταν έρχονται εδώ.

Μάλιστα, αναφέρεται σε φοιτητές ελληνικής καταγωγής από το Σικάγο, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη χώρα στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος. «Μου έκανε εντύπωση ότι στο αποχαιρετιστήριο δείπνο μίλησαν για το πόσο εντυπωσιάστηκαν από τη σύγχρονη Ελλάδα. Η Αθήνα τούς εντυπωσίασε πάρα πολύ. Δεν ήταν αυτό που νόμιζαν. Είδαν μια σύγχρονη χώρα με τεράστιες δυνατότητες».

Κατά τον ίδιο, οι νέοι αυτοί επιστρέφουν στις χώρες τους ως άτυποι πρεσβευτές της Ελλάδας. «Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να αγαπάνε την Ελλάδα και να γίνουν οι πρεσβευτές της Ελλάδας άτυπα στο εξωτερικό».

Ο υφυπουργός δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στον φιλελληνισμό, τον οποίο συνδέει άμεσα με τη δημόσια διπλωματία της χώρας. «Χρειαζόμαστε φιλέλληνες που να είναι οι πολλαπλασιαστές τής αγάπης προς τον ελληνισμό», τονίζει, ενώ σημειώνει ότι «η Ελλάδα δεν είναι μόνο τα στενά όρια του ελληνικού κράτους. Η Ελλάδα είναι αξίες, είναι αρχές, είναι ιδέες οι οποίες έχουν οικουμενικότητα».

Στο ίδιο πλαίσιο, χαρακτηρίζει εξαιρετικά σημαντική την αναγνώριση από την UNESCO της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας. «Ήταν μια πάρα πολύ σημαντική εξέλιξη. Η ελληνική μπορεί να μην ομιλείται από πολλά εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά η UNESCO αναγνώρισε πως είναι η πιο επιδραστική γλώσσα από όλες τις ευρωπαϊκές».

Δεν κρύβει μάλιστα τη συγκίνησή του για τη διεθνή ανταπόκριση που συνάντησε η πρωτοβουλία. «Ήταν πάρα πολύ συγκινητικό να βλέπεις ανθρώπους από χώρες όπως το Κονγκό ή το Τόγκο να μιλούν με θαυμασμό για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα. Ήταν η πρώτη φορά ή μία από τις σπάνιες φορές που η απόφαση ελήφθη ομόφωνα. Δεν έφερε κανείς αντίρρηση».

Για τον ίδιο, η ελληνική γλώσσα παραμένει βασικό εργαλείο διατήρησης της ταυτότητας του ελληνισμού. «Αυτή τη γλώσσα και αυτόν τον πολιτισμό έχουμε χρέος εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες να τον μεταλαμπαδεύσουμε ξανά και ξανά στις επόμενες γενιές».

Σημαντικό κεφάλαιο η ψήφος των αποδήμων

Σημαντικό κεφάλαιο της πολιτικής για τον απόδημο ελληνισμό αποτελεί και η ενίσχυση της συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογικές διαδικασίες. Αναφερόμενος στη συμμετοχή των αποδήμων στις εκλογές, ο υφυπουργός σημειώνει ότι τα πρώτα βήματα έχουν γίνει, αλλά υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Υπενθυμίζει ότι ο νόμος του 2019 προέβλεπε συμμετοχή με φυσική παρουσία σε προξενικές αρχές, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η επιστολική ψήφος. Εκφράζει την εκτίμηση ότι ο συνδυασμός περισσότερων δυνατοτήτων συμμετοχής στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα αυξήσει σημαντικά τη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού.

«Μια δημοκρατία χωρίς συμμετοχή των πολιτών δεν νοείται. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι συμμετοχική δημοκρατία. Ό,τι και αν ψηφίσετε, αυτό που λέω πάντα είναι: ψηφίστε».

Όπως εξηγεί, η αυξημένη συμμετοχή των αποδήμων θα μπορούσε στο μέλλον να οδηγήσει και σε ισχυρότερη εκπροσώπηση στη Βουλή. «Θέλουμε να συμμετέχουν ακριβώς για να είναι μεγαλύτερη η συμμετοχή τους στα ελληνικά πράγματα και να εκλέγουν οι ίδιοι οι απόδημοι τους δικούς τους βουλευτές».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο ζήτημα της ελληνικής ιθαγένειας. Υπενθυμίζει ότι «όποιος έχει έστω έναν παππού ή μία γιαγιά που είναι Έλληνας πολίτης αποκτά δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια».

Παράλληλα, επισημαίνει τη σημασία των νεότερων μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση. Αναφέρεται ειδικά στη Γερμανία, όπου ζουν περίπου 520.000 Έλληνες, αλλά και στο Λονδίνο, το οποίο χαρακτηρίζει ως τη μεγαλύτερη «ελληνική πόλη» της Ευρώπης.

«Στο Λονδίνο υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 250.000 Έλληνες και Κύπριοι. Είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη κοινότητα μετά τη Μελβούρνη», σημειώνει.

Αναφερόμενος στους Έλληνες που έφυγαν κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ο υφυπουργός τονίζει ότι πολλοί από αυτούς διατηρούν έντονη νοσταλγία για την πατρίδα. Θυμάται χαρακτηριστικά έναν νέο γιατρό που συνάντησε στο Ντίσελντορφ. «Ήταν επιτυχημένος γιατρός, με καλή ζωή και καλή δουλειά. Κι όμως μου είπε: “Θέλω να γυρίσω στον τόπο μου, γιατί θέλω να προσφέρω εκεί”».

Όπως αναφέρει, η επιστροφή αυτών των ανθρώπων αποτελεί στρατηγικό στόχο της Πολιτείας. «Κάνουμε και μια τεράστια προσπάθεια για τον επαναπατρισμό αυτών των ανθρώπων, το brain drain να το κάνουμε brain regain».

Όπως τονίζει, η αλλαγή αυτή δεν ανήκει σε πρόσωπα αλλά στον ίδιο τον ελληνισμό. «Αυτό είναι επίτευγμα του ελληνισμού. Τα πρόσωπα έρχονται και φεύγουν. Η Ελλάδα μένει. Και η Ελλάδα είναι πάνω από όλους».

Σημαντικό κομμάτι του έργου του υπουργείου αποτελεί και η καταγραφή των οργανώσεων της ομογένειας. «Φτιάχνουμε ένα μητρώο ομογενειακών οργανώσεων, αδελφοτήτων, κοινοτήτων και ομογενειακών μέσων ενημέρωσης. Είναι ένα γιγάντιο έργο που γίνεται για πρώτη φορά με τόσο συστηματικό τρόπο».

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στη συνεργασία με τις εκκλησιαστικές κοινότητες της διασποράς. Όπως επισημαίνει ο υφυπουργός, η Εκκλησία αποτέλεσε διαχρονικά σημείο αναφοράς για τους Έλληνες του εξωτερικού και συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της γλώσσας, της πολιτιστικής ταυτότητας και της συνοχής των ομογενειακών κοινοτήτων.

Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις υποτροφίες και στα πανεπιστημιακά προγράμματα. «Δίνουμε υποτροφίες σε Έλληνες και φιλέλληνες για να έρχονται να σπουδάσουν στην Ελλάδα», αναφέρει, εξυμνώντας τη δουλειά που γίνεται στα ελληνικά πανεπιστήμια.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του σε μια φοιτήτρια από τη Μελβούρνη. «Δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά. Ήρθε στην Ελλάδα, σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και σήμερα μιλάει καλύτερα ελληνικά από εμάς. Τέτοιους ανθρώπους χρειαζόμαστε».

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη στήριξη των εδρών ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό, σημειώνει, αποκαλύπτοντας ότι ένα από τα μεγαλύτερα εγχειρήματα είναι η επαναλειτουργία της διδασκαλίας ελληνικών σε κορυφαία πανεπιστήμια. «Στο Κέιμπριτζ και στο Κολούμπια της Νέας Υόρκης επανακινούν οι διδασκαλίες των ελληνικών. Είναι ένα εμβληματικό έργο», τονίζει.

Αισιοδοξία για το μέλλον

Ολοκληρώνοντας, ο υφυπουργός υπογραμμίζει ότι η εξωτερική πολιτική δεν περιορίζεται μόνο στις διεθνείς σχέσεις και στα γεωπολιτικά ζητήματα. «Υπάρχει και ο ελληνισμός της διασποράς. Υπάρχει και η δημόσια διπλωματία, το soft power της χώρας. Και σε αυτό προσπαθούμε να επενδύσουμε».

Παρά τις δυσκολίες και τις συνέπειες που εξακολουθεί να αφήνει η οικονομική κρίση, εμφανίζεται αισιόδοξος για το μέλλον. «Η Ελλάδα το 2010 χρεοκόπησε. Το έχουμε ξεχάσει. Το ότι σήμερα στεκόμαστε στα πόδια μας και πηγαίνουμε καλύτερα δεν σημαίνει ότι έχουμε τελειώσει με τα προβλήματα. Θέλουμε χρόνο για να ξαναβρεθούμε στην κορυφή της Ευρώπης, εκεί όπου θέλουμε να είμαστε», καταλήγει.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Tagged