«Οι τόποι είναι εγκατεστημένοι μέσα μας», υπογράμμισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, το απόγευμα στη παρέμβασή του στο συνέδριο «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη».
«Οι διαδρομές των ιδεών είναι κάτι πολύ παράδοξο και μερικές φορές μας εκπλήσσουν κι εμάς τους ίδιους. Οι συνάψεις του μυαλού μας είναι πολύ μικρές σε σχέση με τις συνάψεις της ιστορίας. Οι συνάψεις της ιστορίας είναι πολύ πιο απαιτητικές και πιο περίπλοκες», υπογράμμισε.
Συνέδεσε τα τοπόσημα της Αθήνας με τις πολιτικές αποφάσεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις. «Τα τοπόσημα είναι πολύ ζωντανά και είναι και πολύ αντιφατικά», ανέφερε, με την Αθήνα να είναι πόλη και χώρος αναστοχασμού πάνω στην πολιτική της ιστορία.
Φέρνοντας ως παράδειγμα την περίοδο του δεύτερου Μνημονίου και τις έντονες αντιδράσεις που είχαν σημειωθεί στην πλατεία Συντάγματος σημείωσε πως τοπόσημο ήταν η Βουλή και οι θυελλώδεις συζητήσεις που έγιναν εκείνη την περίοδο. Πρόσθεσε ακόμη πως το τοπόσημο δεν έχει πλέον μόνο υλική διάσταση, καθώς «τόπος είναι και η κυβερνοσφαίρα και το διαδίκτυο».
Θυμήθηκε, δύο χαρακτηριστικά περιστατικά. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ομιλίας του βουλευτής του ΚΚΕ πέταξε το νομοσχέδιο προς το βήμα, το οποίο όμως έπεσε στους υπαλλήλους της Βουλής και τους πρακτικογράφους καθώς επίσης και το ότι απευθυνόμενος στον Αλέξη Τσίπρα, τότε Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης του είπε: «Ου συ με λοιδωρήσεις αλλά ο τόπος».
«Εάν δεν υπήρχε ο κίνδυνος της χρεοκοπίας και της καταστροφής, όχι μόνο της οικονομικής και της κοινωνικής, αλλά και της δημοκρατικής, που μπορεί να ήταν και καταστροφή εθνική από ένα σημείο και μετά, δεν θα ήμουν εγώ εδώ να αναλαμβάνω το κόστος του και να είμαι ο αποδέκτης όλης της οργής του πλήθους και εσείς να είστε άνετοι και να υπόσχεστε το αδύνατο», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι όσα τότε υπόσχονταν ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκαν τελικά «και αδύνατα και ψευδή».
Σχολίασε την αφετηρία της παρέμβασης του Αντώνη Σαμαρά, που είχε γίνει νωρίτερα όπου επισήμανε ότι η προσέγγιση του για τις πόλεις ήταν «εντυπωσιακά αριστερή» καθώς εξήγησε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα των πόλεων τίθεται ταυτόχρονα με το κοινωνικό ζήτημα, καθώς αφορά στην πραγματικότητα τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης. Παραπέμποντας στο γνωστό έργο του Φρίντριχ Ένγκελς, σημείωσε ότι έτσι φτάνουμε «βαθιά στις πηγές του ευρωπαϊκού κοινωνικού κινήματος, του εργατικού κινήματος και στη συνέχεια και της σοσιαλδημοκρατίας».
«Δεν ξέρω αν εσείς ζείτε το γεγονός από τη μνήμη του παρελθόντος, αλλά εγώ είμαι γεμάτος από τη μνήμη του μέλλοντος», παρατήρησε και συνέδεσε την άνεση να αποχωρήσει από την ενεργό πολιτική με το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να γυρίσει στο Πανεπιστήμιο, στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών, με τον Κύκλο Ιδεών, και να ασχοληθώ με αυτό που λέγεται ιδέες για το μέλλον. Και είχα να πάω και στη δικηγορία. Δηλαδή είχα επάγγελμα», ανέφερε.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

