Τους τέσσερις μεγάλους πυλώνες του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας αναλύει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, σε συνέντευξή του στη RealNews.
Ερωτηθείς, ειδικότερα, για τους κύριους στόχους εν όψει της νέας τετραετίας, απαντά: «Η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάζει το αίτημα με τη σταθερότητα και την ασφάλεια με εκείνο για αλλαγή. Διότι έχουμε χειριστεί με αποτελεσματικότητα μια σειρά δύσκολες καταστάσεις και κρίσεις, αλλά και διότι, χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι τα έχουμε κάνει όλα σωστά, προετοιμάζουμε μια νέα δέσμη σύγχρονων και υπεύθυνων προτάσεων για τη νέα εποχή, για την Ελλάδα του 2030. Είμαστε το κόμμα της διαρκούς εθνικής ανανέωσης».
Και στο δια ταύτα σημειώνει ότι το πρόγραμμα της ΝΔ θα στηρίζεται στους εξής τέσσερις μεγάλους πυλώνες:
«Πρώτα από όλα, μια πιο παραγωγική οικονομία, ώστε εργαζόμενοι το ίδιο ή και λιγότερο να μπορούμε να παράγουμε περισσότερο. Κι αυτό θα στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα και τη σύνδεσή της με τις επιχειρήσεις, αλλά και στον συνολικότερο τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, με έμφαση στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης που είναι μια μεγάλη πια οικονομική πρόκληση.
Δεύτερον, η κοινωνική πολιτική θα παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής μας, διότι δεν χαρίζουμε σε κανέναν το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας. Στο πλαίσιο αυτό, έμφαση θα δοθεί στον θεσμό της οικογένειας, άρα και στην αντιμετώπιση του δημογραφικού και του στεγαστικού, στις ίσες ευκαιρίες για όλους και στην περιφερειακή ανάπτυξη.
Τρίτον, ένα πιο σύγχρονο, αποτελεσματικό και διαφανές στη λειτουργία του κράτος, με εμπιστοσύνη στους θεσμούς και με πραγματική φροντίδα για το μέλλον των νέων. Εδώ η Συνταγματική Αναθεώρηση μάς προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία να διορθώσουμε κακώς κείμενα και να εισάγουμε νέες, σύγχρονες ρυθμίσεις για μια σειρά από θέματα: από τη συνταγματική πρόβλεψη για αξιολόγηση στο δημόσιο και σύνδεσή της με την άρση της μονιμότητας μέχρι τη δημοσιονομική ρήτρα, για να μην μπορούμε να χρεώνουμε ανεξέλεγκτα τις επόμενες γενιές.
Τέταρτον, μια ισχυρή Ελλάδα, με ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική, ενεργειακή και διπλωματική παρουσία. Αυτό δεν αφορά μόνο στην περαιτέρω ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεών μας, αλλά και στην ενίσχυση των δικτύων ενέργειας, τηλεπικοινωνιακών κτλ. Το 2030 η χώρα συμπληρώνει 200 χρόνια από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Στόχος μας είναι να φτάσουμε εκεί με μια Ελλάδα πιο ισχυρή, πιο δίκαιη και πιο σύγχρονη», καταλήγει.
Ενώ στο ερώτημα αν οι περιοδείες του πρωθυπουργού, του αντιπροέδρου και άλλων κυβερνητικών στελεχών δίνει σήμα για πρόωρες εκλογές, δηλώνει: «Ο πρωθυπουργός ποτέ δεν σταμάτησε τις περιοδείες και την επαφή με τους πολίτες. Αντίστοιχα είναι στο πλαίσιο και του δικού μου ρόλου, αντί να είμαι απλώς κλεισμένος σε ένα γραφείο και να συντονίζω διάφορα πρότζεκτ. Δείτε, όμως, το εξής: Μέχρι τώρα, ακούγαμε ότι τάχα η Νέα Δημοκρατία είναι αποκομμένη από την κοινωνία και σε πτώση. Τώρα που ξεκινήσαμε εμείς τις περιοδείες, αυτές οι θεωρίες ξεχάστηκαν και αποδεικνύεται ότι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει απλώς αποδοχή στις δημοσκοπήσεις, έχει πολύ περισσότερο αποδοχή στην κοινωνία».
Και, όσον αφορά τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών, «ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει υπάρξει απολύτως ξεκάθαρος στις τοποθετήσεις τους, ότι δηλαδή οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027».
Για το οικονομικό «πακέτο» της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και αν αυτό έχει επηρεασθεί από την πολεμική σύρραξη στον Περσικό Κόλπο, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναγνωρίζει μεν ότι «οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν πάντοτε απρόβλεπτες εξελίξεις και σε κάποιο βαθμό αβεβαιότητα», διευκρινίζει ωστόσο ότι «η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2019. Διαθέτει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, νοικοκυρεμένα δημόσια οικονομικά και σημαντικά πρόσθετα έσοδα από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Σε ό,τι αφορά τη ΔΕΘ, είναι ακόμη νωρίς για συγκεκριμένους αριθμούς. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι θα κινηθούμε στην ίδια λογική που ακολουθούμε από το 2019: Στήριξη της κοινωνίας μέσα στα όρια των αντοχών της οικονομίας. Με μειώσεις φόρων για τη μεσαία τάξη και τις επιχειρήσεις, καθώς και πρόσθετη στήριξη για όσους έχουν πραγματικά ανάγκη. Δεν θα μπούμε σε έναν διαγωνισμό παροχολογίας με την αντιπολίτευση! Όσα υποσχεθούμε όμως, εμείς θα τα κάνουμε», διαβεβαιώνει.
Για την ακρίβεια αναφέρει πως είναι «πράγματι το σημαντικότερο πρόβλημα των πολιτών και δεν το υποτιμούμε ούτε στο ελάχιστο. Σε αντίθεση, όμως, με όσους προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, εμείς υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που εμφανίστηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και γι’ αυτό μέχρι τώρα έχουμε επιχειρήσει να το αντιμετωπίσουμε με τη συνταγή που ακολουθούν και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις: Με αυξήσεις μισθών και συντάξεων, με έκτακτα μέτρα στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος, με ελέγχους και επιβολή προστίμων στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις, με πρωτοβουλίες για διαφάνεια σε σχέση με τη διαμόρφωση των τιμών. Η διαφορά μας με την αντιπολίτευση είναι ότι εμείς αναζητούμε λύσεις που εφαρμόζονται στην πράξη», υπογραμμίζει και προσθέτει:
«Εκείνοι περιορίζονται συνήθως σε εύκολες καταγγελίες και ανεφάρμοστες προτάσεις. Έφτασαν στο σημείο να καταγγείλουν ακόμη και την εφαρμογή PosoKanei, η οποία είναι ψηφιακό εργαλείο με την οποία μπορούν οι πολίτες να έχουν ξεκάθαρη εικόνα για τις τιμές και τη λειτουργία της αγοράς. Ένα εργαλείο που αυξάνει τις ευθύνες τόσο των παραγόντων της αγοράς όσο και της ίδιας της κυβέρνησης για τη διαμόρφωση των τιμών».
Αναφορικά με την πολιτική των έμμεσων φόρων, επικαλείται την εμπειρία, η οποία «έχει αποδείξει ότι η μείωση των έμμεσων φόρων δεν φτάνει στους καταναλωτές, διότι ενθυλακώνεται από διάφορους ενδιάμεσους. Αυτό το είχε πει και ο κ. Τσίπρας, όταν ήταν Πρωθυπουργός, αλλά φαίνεται πως έχει ξεχάσει αυτή τη δήλωσή του. Επιπλέον, στην Ισπανία, για παράδειγμα, που προέβησαν σε μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη, όχι μόνο δεν μειώθηκαν οι τιμές, αλλά είχαν αντίστοιχο πληθωρισμό με εμάς στην Ελλάδα. Αντιθέτως, οι μειώσεις άμεσων φόρων και εισφορών ή οι στοχευμένες ενισχύσεις έχουν πολύ πιο μετρήσιμο αποτέλεσμα για τα νοικοκυριά, διότι πάνε κατευθείαν στην τσέπη τους. Και πιστεύω ότι αυτό το αντιλαμβάνονται οι πολίτες, οι οποίοι βλέπουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αυτή που έχει μειώσει ή καταργήσει τους περισσότερους φόρους από οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση: 83 στο σύνολο!».
Για τα μετεκλογικά σενάρια, ο Κ. Χατζηδάκης επισημαίνει την ξεκάθαρη, όπως αναφέρει, θέση της ΝΔ: «Πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, διότι, όπως έχει φανεί στην πράξη, οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν τόσο αποτελεσματικά στην Ελλάδα. Πέρα, όμως, από αυτό, υπάρχει και η ίδια η πραγματικότητα που δίνει απαντήσεις: Το ΠΑΣΟΚ έχει αποκλείσει κάθε προοπτική συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν καμία διάθεση να συνεργαστούν ούτε μεταξύ τους. Επομένως, η συζήτηση αυτή οδηγείται σε αδιέξοδο πριν καν ξεκινήσει και έτσι ενισχύεται το δικό μας επιχείρημα για αυτοδυναμία».
Και διερωτάται: «Υπάρχει κάποιος άραγε που να αμφισβητεί ότι την επομένη των εκλογών θα πρέπει να υπάρχει κυβέρνηση στον τόπο; Υπάρχει κάποιος που να αμφισβητεί ότι αν η χώρα βυθιστεί στην αστάθεια, θα τεθούν σε κίνδυνο οι εθνικές επιτυχίες όλων των τελευταίων ετών; Γι’ αυτό θεωρώ ότι όσο πλησιάζουμε στις εκλογές θα γίνεται ακόμη πιο σαφές ότι η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας είναι η πιο ασφαλής επιλογή για τη χώρα», επισημαίνει.
Ενώ σε σχέση με τα πολιτικά σχέδια του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, λέει δε: «Σέβομαι τον Αντώνη Σαμαρά, στην κυβέρνηση του οποίου άλλωστε έχω διατελέσει Υπουργός. Θεωρώ πως, αν τελικά προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, θα προκαλέσει μια μικρή ζημιά στη Νέα Δημοκρατία, στο κόμμα του κ. Βελόπουλου και στης κ. Λατινοπούλου. Και θα πλήξει την πολιτική του παρακαταθήκη. Προσωπικά, πιστεύω στη μεγάλη Νέα Δημοκρατία, αλλά ταυτόχρονα πιστεύω και στις ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις. Διότι δεν αρκεί ένα κόμμα να είναι μεγάλο, πρέπει να γίνονται σταθερά βήματα μπροστά για τη χώρα. Τόσο στην οικονομία όσο και στην εξωτερική πολιτική, η Ελλάδα είναι πιο ψηλά από ό,τι το 2019».
Η συνέντευξη κλείνει με τα κόκκινα δάνεια, θέμα στο οποίο αναφέρει ότι «τα τελευταία 7 χρόνια τα κόκκινα δάνεια στις τράπεζες έχουν περιοριστεί από το 44% στο 3-4%. Ενώ συνολικά τα κόκκινα δάνεια, σε τράπεζες και servicers, έχουν περιοριστεί από τα 93 δισ. ευρώ στα 68 δισ. ευρώ. Αυτό επετεύχθη χάρη στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και ειδικά στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Επί ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα εργαλείο που στην πράξη δεν λειτουργούσε. Η δική μας κυβέρνηση, με εμένα Υπουργό Οικονομικών τότε, έφερε μια σειρά από βελτιώσεις, με αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις να πλησιάζουν τα 20 δισ. ευρώ. Σήμερα ο εξωδικαστικός μηχανισμός είναι υποχρεωτικός όχι μόνο για τους ευάλωτους, αλλά και για τη μεσαία τάξη».
Και, στα πιο πρόσφατα τέλος, «η πρωτοβουλία για τον νόμο Κατσέλη, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι μια ακόμη πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Εμείς δεν μιλάμε με διακηρύξεις, αλλά με μια υπεύθυνη πολιτική, χωρίς να χαρίζουμε το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας σε κανέναν», διαμηνύει κλείνοντας.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

